Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Καλοκαίρι νυν και αεί

      

Καλοκαίρι νυν και αεί


  Κολλημένη πίσω από τη θέση του οδηγού ίσα για να καλύπτει το πάνω μέρος της καμπίνας του Τράκτορα. Του χαμογελούσε και προκλητικότατα τον καλούσε στη θάλασσα. Κλεφτές ματιές στο πόστερ της νταλίκας. Δεν ήξερε τι του προκαλούσε τόση μεγάλη ένταση. Η κοπέλα του πόστερ, η παραλία πίσω της ή μήπως καρφωθεί που τα χαζεύει.
   «Τι χαζεύεις ρε;»η φωνή του θείου του ακούστηκε από το πουθενά. «Να μπείτε με τον άλλο να τη κάνετε λαμπίκο την καμπίνα!»
    Σ ΄ ένα κοινοτικό κάμπινγκ της Χαλκιδικής με τον τράκτορα του θείου. Στο πάνω κρεβάτι της καμπίνας αυτός και στο κάτω ο ξάδελφος. Κατάκοπος. Να βοηθήσει να στήσουν τη σκηνή. Να κουβαλήσει το φορητό ψυγιάκι, την ψησταριά, τα μαξιλάρια, τις αμέτρητες τσάντες με τα ρούχα, μια κλούβα με ντομάτες μια άλλη με πιπεριές, μια τρίτη με ροδάκινα, πέντε καρπούζια άλλα τόσα πεπόνια, προσφυγιά ολόκληρη. Παραλίγο να σπάσει τη νταμιτζάνα με το τσίπουρο, όταν του έπεσε το πακέτο τα τσιγάρα και του έβαλε τις φωνές η μάνα του.
 Καπνίζεις ε! Το ‘δα εγώ το Μάλπορο. Γαϊδούρι!
   Η κοπέλα δραπέτευσε από το πόστερ και ήρθε στον ύπνο του. Τα γυμνά της στήθη που ευρηματικά κάλυπτε στη φωτογραφία, με τις παλάμες της, ήταν δικά του. Τα γυμνά της μπράτσα ικετευτικά να τον καλούν στην πιο γλυκιά αγκαλιά. Μα πάνω απ΄ όλα το χαμόγελο. Ένα χαμόγελο υποδοχής, αποδοχής, υποταγής. Ένα χαμόγελο θεϊκής ένωσης του αρσενικού με το θηλυκό. Μόνα Λίζα ήταν η κοπέλα και αυτός ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Μια Μόνα Λίζα δικιά του, ολοκληρωτικά δικιά του, και αυτή και ο καρπός της κοιλίας της.
    Λεό-Λεό τον έβγαλε από την αγκαλιά της Μόνα Λίζα η φωνή έξω από την καμπίνα. Ο Λεό είχε αρπάξει το σπορτέξ του και το πήγαινε με σπουδή στο απέναντι τροχόσπιτο.
    «Ας’ το να ψοφήσει από τη μπόχα!» πρόλαβε ο ξάδελφος αναφερόμενος στο μικρό σκυλάκι το Λεό. «Δεν μας φτάνανε τα κουνούπια έχουμε και τη μπόχα απ’ τα βρωμοπάπουτσά σου. Καλά που τα πέταξα έξω.»
   Δεν τον άκουγε όμως τον ξάδελφο. Το μόνο που άκουσε ήταν το «Im sorry» της μικρής Ολλανδέζας. Ίσως δεν ήταν η ακοή. Η μόνη αίσθηση που του απόμενε ήταν η όραση. Την είδε τη συγνώμη, μέσα απ’ τη θάλασσα των ματιών της, μέσα στηο χρυσάφι των ξανθιών της μαλλιών, μέσα απ’ τη θαλάσσια αύρα του κορμιού της.
    Γαντζωμένος σε μια τεράστια σαμπρέλα από ρόδα νταλίκας κοίταζε, μόνο κοίταζε. Μια οπτασία ήτανε πάνω στη σωσίβια σαμπρέλα. Μια γοργόνα που νοιαζότανε μόνο γι’ αυτόν. Μια γλυκιά οδαλίσκη των κυμάτων και του χαδιού του βλέμματός του. Μια ξανθιά Παναγιά του ηλιοβασιλέματος και των Φεγγαριών του Αυγούστου.
    « Έλιωσες κακομοίρη!» Τον πείραξε ο θείος. «Και εμείς καρδιά έχουμε. Δεν κάνουμε έτσι. Κι’ αυτοί σε δυο μέρες φεύγουνε. Εγώ που λες πήρα μια από το Άμστερνταμ με ωτοστόπ. Φορτωμένος τοματοπολτό, πήγαμε Δαμασκό. Που να στα λέω! Και του έκλεισε πονηρά το μάτι.» Χελιδονάκι του βορρά.
   «Ας τον παιδί μου. Αυτός νομίζει ότι οι Ολλανδοί είναι ξανθοί γιατί τρώνε πολλά κοτόπουλα.» Κάγχασε η θεία Σιμέλα. «Πού ξέρει αυτός από έρωτα;»
     Έβαλε στόχο να μάθει καλά αγγλικά για να επικοινωνεί άνετα μαζί της στο facebook. Και Ολλανδικά για χατίρι της θα μάθει. Και γεωγραφία για να μη μπερδεύει το Άμστερνταμ με το Αμβούργο. Έμαθε και έναν Ολλανδό ζωγράφο, τον Ρεμπράν, γιατί ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι ήταν Ιταλός ζωγράφος και όχι ο Λεό το σκυλάκι της αγαπημένης του. Μα πάνω απ’ όλα όταν μεγαλώσει θα αγοράσει μια νταλίκα, ένα Volvo FΗ16. Όχι για να κολλήσει ένα πόστερ στο φινιστρίνι της καμπίνας, αλλά για να αιχμαλωτίσει τα καλοκαίρια πάνω σε μια σωσίβια σαμπρέλα. Γιατί θεία Σιμέλα έχεις άδικο. Η ζωή δεν είναι TIR νταλίκα, Άμστερνταμ-Δαμασκός κι’ ανάποδα. Ούτε χειμώνας καλοκαίρι και πάλι απ’την αρχή. Ένας έρωτας είναι η ζωή, μια σωσίβια σαμπρέλα στην απεραντοσύνη της θάλασσας, μια ματωμένη καρδιά στο χώρο και στο χρόνο.
  
    
          Bill Kúderιs


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου