Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Επικουρικός ρεβανσισμός

Βγαλμένη από νατουραλιστικό πίνακα του Βαν Γκόνγκ μια οπτασία μέσα στο νυμφοστολισμένο βαμβακοχώραφο του μπαμπά της. Το βαμβάκι, και το δέρμα της, το μόνο λευκό στην γκρίζα καθημερινότητα της. Από τη παγωνιά του πρωϊνού μέχρι και την παγωνιά του δειλινού στο χειμωνιάτικο κάμπο να μαζεύει βαμβάκι για να φτιάξει την προίκα της, τη δική της και των άλλων αδελφών της.
Σαν την ελπίδα του σύννεφου που θα φέρει τη βροχή για να την απαλλάξει από τη βαμβακοσυλλογή της φάνηκε το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε από τον άνθρωπο της Δημόσιας Εταιρίας.
Με τα χρόνια το ένα και ογδόντα τόσα εκατοστά του ύψους της συμβιβάστηκαν με τα λιγότερα του συζύγου της. Ακόμα και η αρχικά εμφανής διαφορά ηλικίας μειώθηκε. Αγόρασαν διαμέρισμα στην πόλη με δύο υπνοδωμάτια, κρεβατοκάμαρα, λουτροκαμπινέ και χώλ. Του πήρε κι’ ένα βαμβακερό κιμονό για τα Κυριακάτικα πρωϊνά τότε που επέστρεφε στο σπίτι του από τη δουλειά του στην επαρχία. Ένα σεξουαλικό βοήθημα ήτανε για να κάνει τα πράγματα πιο εύκολα στο κρεβάτι και τα σουτζουκάκια στον ατμό η κατάλληλη αφορμή για να δραπετεύει από την κρεβατοκάμαρα.
Συναισθηματικά ακολούθησε όλη την πορεία της Αριστεράς. Από την μετεμφυλιωτική ήττα, στον ιστορικό συμβιβασμό έως το σοσιαλδημοκρατικό ενδοτισμό. Εδώ προτίμησε να παραδώσει το κορμί της για να γλιτώσει από τα χωράφια, θα έμενε σταθερή στα αριστερά ιδανικά της; Οι πλασματικές υπερωρίες της Δημόσιας Εταιρίας και η διαχείριση υλικού όπου έγινε τμηματάρχης ο σύζυγός της και τον ψήλωσαν και τον έκαναν εξυπνότερο.
Την ικανότητά του και το ηθικό του ανάστημα εξήρε και ο εκπρόσωπος του κλαδικού σωματείου στον επικήδειό του. Δεν παρέλειψε την αναγκαιότητα να αγωνιστούν για το δικαίωμα του διορισμού των απογόνων των συναδέλφων στην Επιχείρηση καθώς κοίταξε την Ηλεκτρολόγο Μηχανικό, εγγονή του εκλειπόντος. Και όχι άλλες περικοπές στις συντάξεις χηρείας
Δώρισε τ’ αφόρετα ψηλοτάκουνα παπούτσια της και γύρισε στα βαμβακοχώραφα του χωριού της. Στις αρχές κάθε μήνα φοράει το βαμβακερό κιμονό για να εισπράξει τη σύνταξη χηρείας και να πληρώσει το συνταξιοδοτικό ταμείο της άνεργης εγγονής της. Και την κύρια και την επικουρική εισφορά.
Αν η βαμβακοσυλλεκτική μηχανή έφτανε στο χωριό πιο νωρίς, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα. Θα ήταν; Τώρα το ξέρει καλά. Όλα σ’ αυτό τον κόσμο ένα πάρε-φώσε είναι. Το λέει αυτή που δεν κόλλησε ούτε ένα ένσημο, αυτή που δεν εισέφερε καμία υπεραξία, αυτή που δεν ενίσχυσε κανένα Ταμείο.
Έδωσε όμως. Όπως παραδίδουν οι αγρότες το βαμβάκι στο εκκοκκιστήριο. Πούλησε τον εαυτό της σύσπορο, κορμί και καρδιά μαζί.
Τώρα το ξέρει καλά. Το μπόϊ δεν μετριέται με εκατοστά. Η πράξη μετράει, η αντίσταση, ο αγώνας. Χεσμένο το ‘χει το Ταμείο και το Επικουρικό του.
Ζωή χωρίς έρωτα, κιμονό χωρίς περιεχόμενο, ταμείο χωρίς αποθεματικό, προλεταριάτο χωρίς επανάσταση, καπιταλισμός χωρίς κατανάλωση, κεφάλαιο χωρίς επένδυση, δίπλωμα χωρίς δουλειά, σουτζουκάκια χωρίς ατμό.
Σουτζουκάκια χωρίς ατμό. Αυτός είναι ο ορισμός της για την εργατική τάξη. Μια εργατική τάξη που υποκλίνεται στους αφεντάδες της, που ψάχνει απεγνωσμένα να πουλήσει τη ψυχή της για ένα μισθουλάκο, για ένα άθλιο μεροκάματο, για ένα πετσοκομένο επικουρικό βοήθημα. Ας βάλουν μαϊντανούς και τα κέρατά τους, όλοι αυτοί οι βρωμιάρηδες τηλεσέφ της ηλιθιοκαταναλωτικής μας βουλιμίας, ας ρίξουν μπαχάρια και καρικεύματα, όλοι αυτοί οι περισπούδαστοι αναλυτές της οικονομικής μας καχεξίας, ας ανακατέψουν κρέατα και λίπη όλα τα σαρκοβόρα των ινστιτούτων μελέτης των παγκοσμιοποιημένων αγορών, σουτζουκάκια χωρίς ατμό δε γίνονται.
Το καζάνι της οργής βράζει κανονικά, η πίεση όλο και μεγαλώνει, ήρθε η ώρα της έκρηξης. Μια έκρηξη που θα γεμίσει με κινητήριο ατμό, όλα τα κοινωνικά στρώματα του συμβιβασμού, της ιδώτευσης, της αλλοτροίωσης, του επικουρικού βοηθήματος.
Ήρθε η ώρα να πετάξει το κιμονό, να πάρει την αντάρτικη χλαίνη και να πάρει τη ρεβάνς για τη μάχη που δεν έδωσε, για τον έρωτα που έχασε.
Αποθανέτω η σύνταξή μου μετά των ομολόγων κουφάλες.
Στα μέρη μας, τα όμαρφα κορίτσια, ξοδεύουν την προίκα τους στα φροντιστήρια. Ζωγραφίζουν τον έρωτα στο πρόχειρο τετράδιο της χημείας, στο κεφάλαιο ετεροπολικός δεσμός.
Στα μέρη μας, τα όμορφα κορίτσια, κουβαλάνε τα σουτζουκάκια που έψησε η μαμά τους στον ατμό, στο φοιτητικό τους δωμάτιο μαζί με τα όνειρά τους, σε τάπερ.
Στα μέρη μας, τα όμορφα κορίτσια, κρατούν τη παρθενιά τους σαν επένδυση ευρωομολόγου, με υψηλά ασφάλιστρα κινδύνου.
Στα μέρη μας γεννιούνται όλο και πιο όμαρφα κορίτσια. Στα βαμβακοχώραφα φυτρώνουν ανεμώνες. Αυξάνονται τα χέρσα, πληθαίνουν οι παπαρούνες. Είναι σίγουρο θάρθει κι ο έρωτας. Έστω κι αν άργησε και μια και δυο γενιές. Θα πάρει τη ρεβάνς για ένα παιχνίδι που έχασε στα χαρτιά, για ένα αγώνα που δεν έδωσε.
 
 
Στ΄αστεία παίζαμε
Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σας δώσαμε και τις γυναίκες μας
Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ΄το φως της ημέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείκτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; που θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί;
Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
κλέφτες
Στα ψέματα παίζαμε
                             Μανώλης Αναγνωστάκης


 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου