Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Αυθαίρετος οικιστής (Ένα παραμύθι για τον πλουραλισμό της μοναξιάς)


Λίγο πιο κάτω απ’ το γαλανό τ’ ουρανού, οι μακρινές ήρεμες χιονισμένες κορυφές. Μια ευδιάκριτη ομίχλη σκεπάζει τη διολισθαίνουσα μακαριότητα των αειθαλών δένδρων της βουνοπλαγιάς. Το βιαστικό ρυάκι να μαζεύει τη λειωμένη σκληρότητα των αφιλόξενων απόσκιων που αναγκάστηκαν να ρευστοποιήσουν την προνοιακή αποθεματικότητα των πάγων. Μπροστά μας η συμπλεγματική κατωτερότητα των θάμνων σε συνωμοτική μαζικότητα, να προφυλάσει ένοχα μυστικά και να διαστρεβλώνει ακανθώδεις αλήθειες. Και στο βάθος, εκ θεμελίων διακριτική, αναγκαία απαραίτητη, η καλύβα. Με τις έμπειρες σανίδες της, το προσήλιο παράθυρο, την οικειότατη πόρτα της, τη καλοσχηματισμένη στέγη της, τη φιλόξενη καμινάδα της.
Αυτήν ακριβώς την καλύβα συνέλαβε ο δορυφόρος της Google. Μια αυθαίρετη καλύβα σε δημόσια έκταση.
Να επιβάλλουμε πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης είπε ο πολεοδόμος.
Να το εισπράξουμε από ποιον αναρωτήθηκε ο έφορος.
Να την απαλλοτριώσουμε για να κάνουμε κανένα τσιμπουσάκι, έκλεισε πονηρά το μάτι ο δασάρχης.
Συγνώμη, είπε το παιδί καθώς σέρβιρε το espresso του έφορα. Σαν πίνακας ζωγραφικής μου φαίνεται. Το πιο συνηθισμένο σε ένα νατουραλιστικό πίνακα είναι να έχει μια καλύβα. Με διδακτορικό στην ιστορία της τέχνης από το πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας ήρθα σας λέω.
Αχ! Να είσαι με τον καλό σου εκεί αναστέναξε η γραμματεύς της επιτροπής καταγραφής και διαχείρισης αυθαιρέτων. Να μαζεύουμε φρούτα του δάσους, μαγικά μανιτάρια, άγρια χόρτα, γλυκοπατάτες και τόσα άλλα.
Βρούβες, άγριες τσουκνίδες για καμιά τσουκνιδόπιτα, αμπαρόριζα για να μην ανεβάζω πίεση, τίποτε άγριες αγκινάρες για αλοιφές εντριβής! Άσε μας καλή μου!
Πάντα πεζός και ισοπεδωτικός κύριε έφορά μου, αντέτεινε η γραμματεύς. Ο έρωτας δεν έχει ανάγκη τα τετραγωνικά, δεν χρειάζεται τοιχεία αντιστήριξης, κουφώματα ασφαλείας, μπαζωμένες βεράντες, ατελέσφορους ημιυπαίθριους. Είναι ολιγαρκής και αυτάρκης. Ένα χαμόγελο ο φωτισμός του, ένα χάδι η ενεργειακή του επάρκεια.
Ο έρωτας την έφτιαξε την καλύβα.
Ίσως η φιλία είπε ο Δασάρχης. Τίποτα φίλοι κυνηγοί έρχονται εδώ. Κανένα κρασάκι και ιστορίες για χαμηλοβλεπούσες πέρδικες, λαγούς της σκοπιμότητας κι οργισμένα αγριογούρουνα. Η φιλία των κοινών ενδιαφερόντων, της συντροφικότητας, των αποδράσεων της καθημερινότητας, της κοινοκτημοσύνης, της παρέας. Κι όπως όλες οι παρέες έχουν δίκτυα και κώδικες επικοινωνίας, ισχυρά σφυρηλατημένες σχέσεις στο χώρο και το χρόνο. Και όπως όλες οι αποδράσεις είναι παράνομες και αυθαίρετες.
Αυτή η καλύβα είναι δικό μου δημιούργημα και ασκώ το ιερό δικαίωμα της χρησικτησίας. Γιατί η ισχυρότερη μορφή ιδιοκτησίας είναι η χρησικτησία. Η ολοκληρωτική χρήση προέρχεται απ’ τη μοναξιά. Η μοναξιά μου την έκτισε την καλύβα. Η μοναχική μου ύπαρξη τη θεμελίωσε σε στέρεο υπέδαφος, με όλες τις προδιαγραφές της προαιώνιας στατικής μηχανικής. Γιατί η μοναξιά μου προϋπήρξε της μηχανικής, όχι τόσο σαν ανθρώπινο μειονέκτημα, όσο σαν το μέγα δημιουργικό πλεονέκτημα, επίκτητο και εξελικτικό. Την έδωσα σχήμα και όγκο μέσα απ’ την απέραντη καλαισθησία της αδεξιότητάς μου, ασκώντας την εφαρμοσμένη μαστορική αθωότητα των αποκλειστικά μοναχικών μου αισθήσεων. Είναι δική μου η καλύβα σας λέω. Όπως η μοναξιά μου που με ορίζει και την ορίζω. Μια καλύβα για τις σκέψεις μου. Μια καλύβα για την αγάπη μου. Μια καλύβα για το φεγγάρι, μια καλύβα για τον ήλιο, μια καλύβα για τον άνεμο, μια καλύβα για το χιονιά, μια καλύβα για το κρύο, μια καλύβα για τη ζέστη, μια καλύβα για το φως, μια καλύβα για το σκοτάδι, μια καλύβα για τη λησμονιά.
Η δική μου καλύβα, η καλύβα της μοναξιάς. Καμιά σχέση με τις σκήτες των μοναχών. Δεν είμαι αναχωρητής εγώ. Το σήμερα, το τώρα είναι ο στόχος. Στο ανταλακτήριο της ζωής δεν επενδύω σε σκοπιμότητες για ένα καλύτερο αύριο. Η μοναξιά μου η Βασιλεία των Ουρανών, η Βασιλεία του σύμπαντος, η Βασιλεία του μικρού, η Βασιλεία του ΠΑΘΟΥΣ, η μαγεία του ΛΑΘΟΥΣ.

   * Η μοναξιά δε μοιράζεται. Ωστόσο καλώ το φίλο μου το Νίκο σ' ένα μοναχικό ταξίδι. (ΒΑ.Μ) Βαϊκάλη - Μπαϊκονούρ ο ένας, αντίστροφα ο άλλος. Με τον Υπερσιβηρικό.


  Απο τη σονάτα του σεληνόφωτος (Γιάννης Ρίτσος)

   Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
 μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
 Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.


Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου