Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Φασολάδα τρομερή (Χρόνος ενεστώτας – Χρόνος υπερσυντέλικος)

Ξανάπεσε στα σκληρά. Κατακαλόκαιρο να σκάει ο τζίτζικας και αυτός φασολάδα κοχλάζουσα και καυτερή πιπεριά.
Επιστροφή στο βιοτικό επίπεδο πενήντα χρόνων πριν και βάλε. Τότε που ξόδευε την περίσσεια δύναμή του στις παλαίστρες. Τότε που η ανάσα ήταν καυτή με ή χωρίς πιπεριές. Τότε που τα θέλω κοχλάζανε στη χύτρα του θυμικού. Τότε που ο έρωτας έκαιγε τα σωθικά του.
Πάλεψε σ’ αυτή τη ζωή. Όχι από ανάγκη ούτε από καθήκον. Ούτε καν από υποχρέωση. Σαν παιχνίδι στην παλαίστρα η ζωή. Με Δονκιχωτική διάθεση και για τη νίκη και για την ήττα. Σαφώς η ίδια διάθεση τον οδήγησε στην Αριστερά και στα ξερονήσια της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Άλλος αγώνας εκεί, με συνεχόμενες νίκες. Από εκεί που ήξερε τον πολλαπλασιασμό σαν μια αλληλουχία προσθέσεων, έμαθε να λύνει δευτεροβάθμιες εξισώσεις. Από το «φεύγα» στο τάβλι, στην ισπανική επίθεση στο σκάκι. Από τη «Μαντουβάλα» στο «βράχο – βράχο τον καημό μου». Από τις παλικαριές των καφενείων, στην αντρειοσύνη της πνευματικής ενδοσκόπησης.
Το μόνο αμετάβλητο στο πέρασμα του χρόνου, η αίσθηση της φασολάδας από τη φωτιά να συνεχίζει να βράζει στη γλώσσα του, με τη θερμαντική δύναμη της μικρής κόκκινης «τσούσκας», στον καύσωνα του θέρους.
Στον καιρό της κρίσης, των απειλών των τριγλυκεριδίων της πτώχευσης, των οικολογικών κλιματιστικών του εναπομείναντος καταναλωτισμού, η απάντηση είναι η φασολάδα.
Φασολάδα της αυτάρκειας, της ευθύτητας, της λεβεντιάς και κόκκινη πιπεριά της οργής και της αντίστασης.

Στη μνήμη του Θείου, του πρώτου διδάξαντος.





                                            Το σκάκι
Ἔλα νὰ παίξουμε…                                                   
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη
Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…
 
Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…
Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα…

                                               Μ. Αναγνωστάκης












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου