Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Η επιστροφή της Μαντουβάλας


    Δάκρυσαν τα μάτια της. Θόλωσαν οι φακές άγνωστης ονομασίας – προέλευσης, όπως και τα μαμούνια που σκότωνε. Ίσως από την Τουρκία μπορεί κι απ’ τις Ινδίες.
Φακές και φασολάδα εναλλάξ το καθημερινό τραπέζι της οικογένειας, διακοπτόμενο ενίοτε από κρεμμυδόσουπα με μυρωδιά ψαριού. Και να το κρεμμύδι και να το δάκρυ. Ένα δάκρυ διαφορετικό αυτή τη φορά. Δάκρυ οργής, δάκρυ αγανάκτησης.
-Τ’ αναθεματισμένα από πού τα φέρνουν κι’ αυτά αναρωτήθηκε για την προέλευση των κρεμμυδιών. Θυμήθηκε τότε στα τέλη της δεκαετίας του 60 λίγο πριν τη Χούντα. Τότε που με την ποδοκίνητη ραπτομηχανή Σίνγκερ γάζωνε ατέλειωτα μέτρα βρακοφανέλας και δάκρυζαν τα μαύρα της μάτια. Όχι από την κούραση, ούτε από το πέρασμα της ατσάλινης κλωστής «πεταλούδα» στην τρύπα του βελονιού. Δάκρυζαν στη φωνή του Καζαντζίδη, για την τιμιότητα της φτωχολογιάς, για τα βάσανα της ξενιτιάς, για την απονιά του πλούτου.
 Η ποδοκίνητη ραπτομηχανή Σίνγκερ έγινε ηλεκτρική, η μία πολλές, η κάμαρη της ραπτομηχανής βιοτεχνία φασόν. Τώρα πλέον η πλακοραφού του χτες έγινε επιχειρηματίας. Το έγραφε και στην ταυτότητά της, όταν την άλλαξε και θέλησε να βάλει το δικό της πατρικό επίθετο. Είχε δικό της δικηγόρο. Τα λογιστικά τα κρατούσε η κυρία που εργαζόταν στο ασφαλιστικό ταμείο, όπου πήγαινε να καταβάλλει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων της. Έκλεινε ραντεβού με την κομμώτρια, απέκτησε αισθητικό και αρκετά πριν την κρίση και τον δικό της πλαστικό χειρούργο. Από τον Καζαντζίδη του γραμμοφώνου στον Πασχάλη Τερζή, πρώτο τραπέζι πίστα.
Η κοινωνική ανέλιξη ολοφάνερη. Από εργατικό προλεταριάτο, μικροαστή έως μεσοαστή με δικά της μέσα παραγωγής. Ανελλιπώς ψήφιζε ΠΑΣΟΚ όχι επειδή ήταν χειραφετημένη - έννοια που αναλύθηκε στο κομμωτήριο και της αποδόθηκε ο τίτλος ως απότοκο της καπατσοσύνης της – αλλά επειδή δεν χώνευε τους δεξιούς γιατί παλιά ένας χωροφύλακας χαστούκισε τον πρώτο της ξάδερφο.
 - Ποια εργατική τάξη καλέ! Η Σούλα που μοντάρει τις κουμπότρυπες θα μας εξουσιάζει; Με απείλησε κι’ όλα ότι θα με καταγγείλει γιατί δεν της κολλάω ένσημα.
 - Και η δικιά μου με το πιστολάκι την έβαλε ο γκόμενός της να μου ζητήσει ένσημα! Εργατική τάξη δεν υπάρχει. Ξέρεις εσύ κανένα που να θέλει να μοιραστεί το σπίτι του, τα λεφτά του; Δουλειά και κουμάντο χρειάζεται, αναστέναξε η κομμώτρια καθώς ένοιωσε κάτι πονάκια στα πόδια και πολύ φοβόταν τους κιρσούς.
   Κάτι η Σούλα, κάτι ο δικηγόρος, κάτι η λογίστρια, μα πιο πολύ οι Κινέζοι τα κομμούνια και η παγκοσμιοποίηση, έκλεισε η βιοτεχνία, σκούριασαν οι μηχανές κι έμεινε κειμήλιο η ποδοκίνητη ραπτομηχανή Σίνγκερ με την κλωστή «πεταλούδα» για να μαντάρει τις κάλτσες του εγγονού της.
Όπως ανέβηκε έτσι κατέβηκε. Ίσως το μόνο που δεν έπεσε είναι τα στήθη της μετά την ανόρθωση. Δεν θα το παρατηρούσε αν μια φακή δεν έπεφτε ανάμεσά τους. Έχει πλάκα να έχει και μαμούνι μέσα γέλασε. Τη δουλειά του κάνει κι’ αυτό, σκέφτηκε, με τη διττή ερμηνεία της δουλειάς, αποθεματική και αναπαραγωγική. Ίσα – ίσα που κρατιόταν στη μύτη της τα γυαλιά πρεσβυωπίας. Μέσα απ’ αυτή την παραμορφωτική οπτική, στήθη και σουτιέν ντιζαϊνάτο, ό,τι διασώθηκε τέλος πάντων, της φάνηκαν νεανικά, έτοιμα για όλα. Το ζήτημα είναι να το πιστέψουμε.
Πρώτα της ήρθε στο μυαλό το λάγνο βλέμμα του παππού στην ουρά για τη θεώρηση του βιβλιαρίου υγείας και μετά αυτό που είπε. Να πιστέψουμε τι παππού; Ότι κάτι  μπορεί να γίνει ανάμεσα σ’ ένα πεσμένο πουλί και ένα ανορθωμένο στήθος; Ότι μπορούμε να ξεσηκωθούμε να επαναστατήσουμε;
Η νεαρή εγγονή της ισχυρίζεται ότι έρωτας και επανάσταση συμβαδίζουν. Όταν ερωτευθεί θα ξεσηκωθεί.
 Ο μελετητής του διαλεκτικού υλισμού θα έλεγε ότι η ύλη εξελίσσεται συνεχώς σε μορφές που είναι ανεξάρτητες των προηγούμενων. Ο καταλύτης της εξέλιξης, η αντίθεση. Όσο υπάρχει καπιταλισμός θα υπάρχει και μισθωτή εργασία. Κατά συνέπεια θα υπάρχει και εργατική τάξη. Και αυτή κάποια μέρα θα ξεσηκωθεί. Φιλοσοφική νομοτέλεια, εξηγεί ο παππούς με το λάγνο βλέμμα που επιμένει να προχωρήσουν γρήγορα και χωρίς προφυλάξεις γιατί ο μόνος τους φόβος είναι ότι δεν έχουν καιρό. Τι εκβιασμός κι’ αυτός. Δεν έχουμε καιρό. Αυτή που θα περίμενε αιώνια την επιστροφή του αγαπημένου της πάνω σε μια ραπτομηχανή. Αυτή που σ’ όλες τις δημοσκοπήσεις ανήκε στην κατηγορία  «δεν ξέρω, δεν απαντώ». Αυτή που έραψε χιλιάδες «Καλημέρα» κι’ άλλα τόσα «Κι’ αυτό θα περάσει», τώρα δεν είχε καιρό!.
Τώρα τα χρόνια πέρασαν. Τα όσα πλήρωσε, τα όσα κέρδισε, τα όσα έχασε, άφησαν τη σφραγίδα τους στο μυαλό και στην ψυχή της. Τώρα ξέρει. Φτώχεια δεν σημαίνει τιμιότητα και αντιστρόφως. Μεροκάματο δεν σημαίνει εκπόρνευση του εαυτού μας σε κανένα αφεντικό. Διέγραψε από το περιορισμένο λεξιλόγιό της τη λέξη φιλανθρωπία και μετά βδελυγμίας τη λέξη ελεημοσύνη. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή ήταν η υπέρβαση της ζωής της. Η κουτοπονηριά, η καπατσοσύνη της πλακοραφούς, το λευκό γιακαδάκι της ψυχικής και νοητικής της αγνότητας, πέρασαν οριστικά στο παρελθόν. Ποιοι είναι οι φιλάνθρωποι, ποιοι είναι οι ελεήμονες, με ποιο πόθεν έσχες; Να διαγράψει το δικαίωμα, το κεκτημένο για να δεχθεί την ελεημοσύνη τους; Ποτέ. Κι’ ας’ χάσει τη βασιλεία των ουρανών.
Όσο για το τι θα πει ο κόσμος; Σ’ αυτά που δεν έχω και έκανε τη χαρακτηριστική χειρονομία στην κομμώτρια. Όσο είχα λεφτά ήμουν άξια, θαύμαζαν και το πλούσιο στήθος μου. Τώρα καλά να πάθει, ανορθώσεις μου ήθελε!
-Τι να περιμένεις από τέτοιο κόσμο, που τη μια μέρα έχει αρχηγούς πανέξυπνους και σοφούς και την άλλη μέρα τους βγάζει ανίκανους και ηλίθιους. Άσε μη  σου πω πόσο χάρηκαν που μ’ έβγαλαν από τα βαρέα συμπλήρωσε η κομμώτρια. Άμα μ’ έβλεπαν με πρησμένα δάκτυλα και άφηναν και τα ρέστα για ελεημοσύνη, η χαρά τους θα ήταν μεγαλύτερη.
   Πιασμένοι χέρι – χέρι με τον παππού κάνουν επιθεώρηση σ’ όλα τα παγκάκια της γειτονιάς τους για να εμψυχώσουν όλους τους άστεγους, όλους τους παραιτημένους, όλους αυτούς που περιμένουν την ελεημοσύνη του βολεμένου, του φιλάνθρωπου. Δεν είναι σίγουροι αν και πόσους μπορούν να πείσουν για αντίσταση, για κοινή δράση. Το σίγουρο είναι ότι όλη αυτή η διαδικασία τους ανανέωσε και ο ιστορικός του μέλλοντος θα καταγράψει: Η Μαντουβάλα επέστρεψε όχι για να κλάψει τη μοίρα της, αλλά σαν αντάρτης για να υπερασπιστεί τη ζωή, τον έρωτα, την επανάσταση.




   Η ζωή περνά από μέσα μου, με διαποτίζει με την ασκήμια της, με γεμίζει λύσσα με την αδικία της την οργανωμένη, με ταπεινώνει με την ανημποριά μου ν’ αντιδράσω, να επαναστατήσω αποτελεσματικά, να υπερασπιστώ το μαζικό μας εξευτελισμό. Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρονών θα ξεκινούσα από τις κορυφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής, ν΄ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστάσή μου δεν θα στρεφόταν κατά του κατεστημένου και του συστήματός του, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη. Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους.


   Μόνο η βλακεία μένει αμετακίνητη.
Όχι όχι, εγώ δε θέλω ν’ αλλάξει ο κόσμος αυτός. Να χαλάσει θέλω, να τον χαλάσω, να τον γκρεμίσω, αυτό θέλω, να τον δω σωριασμένο, να δρασκελίσω τα χαλάσματα τρέχοντας με τα χέρια ανοικτά στον άνεμο, στη λευτεριά, ν’ αγκαλιάσω τους ανθρώπους, πόσοι ωραίοι άνθρωποι θα υπάρχουν στον κόσμο, όλοι θα ‘ναι ωραίοι και αληθινοί, και θα γελούν, θα μιλούν καλοσυνάτα χωρίς να ταπεινώνουν ο ένας τον άλλον…
Λιλή Ζωγράφου



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου