Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Με πεδίο ορισμού το φόβο


   Η ταμπέλα διακριτικά καρφωμένη στην εξώπορτα του κήπου, αντιστεκόμενη με την τεράστια δύναμη των ταπεινών στη φθορά του χρόνου, γράφει ¨Σαγματοποιός¨. Υπήρχε και όνομα και επίθετο. Αυτά δεν άντεξαν.
   Τρομοκρατήθηκε ο Αντώνης όταν του είπαν ότι η θητεία του στο στρατό έληξε και θα έπαιρνε απολυτήριο. Όσο ήταν στρατιώτης η καραβάνα ήταν δεδομένη. Τώρα τι θα έκανε;
Θέλεις να σε κρατήσουμε στα μουλάρια; είπε ο διοικητής του. Άλλο να φτιάχνεις σαμάρια και άλλο να τα φοράς. Πετάγονταν στον ύπνο του ο Αντώνης απ’ τις κλωτσιές τεράστιων οπλών μουλαριών, στ’ απόκρυφα σημεία του σώματός του. Όταν άρχισε να ξεπερνά το φόβο των μουλαριών τον κυρίευσε ο φόβος των σαμαριών. Έβλεπε τεράστια σαμάρια φορεμένα σε μουλάρια, καμήλες, ελέφαντες και πάνω σ’ αυτά,  τη γειτόνισσά του την Ευλαμπία, ξέστηθη και λάγνα να τον προκαλεί. Επικαλέστηκε τον συνονόματό του Άγιο, του δείξανε και μια ζωγραφιά του Νταλί, σε πόστερ, με το περίφημο όραμα του Αγίου Αντωνίου στην έρημο και ξεπέρασε κι’ αυτό το φόβο.
Αν τον παρατηρούσε κάποιος, απ’ το πώς έδενε τους κόμπους των σχοινιών, πως τιθάσευε και τα πιο πείσμονα τετράποδα, θα κατέληγε στο συμπέρασμα, ότι πραγματικά ήταν ένας γητευτής ημιόνων.
Όσο για την Ευλαμπία, ούτε λόγος. Δεν τιθασεύονταν με τίποτα. Αφού την έπεισε ότι δεν είχαν να φοβηθούν τίποτε γιατί το μηνιάτικο ήταν σταθερό και καμιά πολιτική συγγένεια δεν είχε με το λόχο των μουλαράδων, όπου η χούντα έστελνε τους ιδεολογικά ασθενείς κληρωτούς, εγκαθίδρυσε τον κυρίαρχο και μόνιμο φόβο της ζωής του με παπά και με κουμπάρο.
   Ποτέ δεν του πέρασε απ’ το νου του ο φόβος της απόλυσης. Όταν μετακόμισε σε ζωολογικό κήπο και ο τελευταίος ημίονος του στρατεύματος, μετατάχθηκε στη στρατιωτική μπάντα, ως συντηρητής νταουλιών και ¨ευπρεπιστής¨ των πνευστών. Στις ατέλειωτες ώρες της εργασιακής του απραξίας στην Υπηρεσία, έφτιαξε και την επιγραφή. Τότε ήταν που αρρώστησε από πραγματικό πονοκέφαλο για πρώτη φορά. Γιατί δεν έβαλες «Στρατιωτικός», άντε «Στρατιωτικός υπάλληλος». Καλύτερα να μην έγραφες τίποτα, ξιφουλκούσε η Ευλαμπία. Την φόβισε ότι θα έγραφε «Μουλαράς» και έτσι γλίτωσε η επιγραφή.
Από φοβέρα σε φόβο και αντιστρόφως, ψήφισε και Ν.Δ. γιατί φοβήθηκε να ψηφίζει ΕΠΕΝ, έφτασε στη σύνταξη ο Αντώνης. Δώρισε και ένα σαμάρι στο λαογραφικό μουσείο της περιοχής του, φρόντισε να παίξει και η μπάντα σε καναδυό περιφορές εικόνων της ενορίας του, ετοιμαζόταν να διδάξει και την τέχνη του σαγματοποιού στο παράρτημα του ΙΕΚ της περιοχής του. Μέχρι που ένα κρεμμυδάκι έφερε την ολική ανατροπή.
Επαλήθευε τον ορισμό της νοικοκυροσύνης και της εθνικοφροσύνης ο κήπος. Με τα ξεχορταριασμένα παρτέρια, τους πεντακάθαρους διαδρόμους, τα κατάλευκα πεζούλια. Και πάνω στην μπαζωμένη βεράντα, η Ευλαμπία σε ρόλο τροϊκανού επιτηρητή, να βάζει τις φωνές γιατί κάποιο κρεμμυδάκι, φύτρωσε σε σημαντική απόκλιση από την ευθεία όλων των άλλων.
Ένα πνιχτό ωχ! ίσα που ακούστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το σφύριγμα του σκαλιστηριού που διέσχισε τον αέρα. Για το υπόλοιπο της ζωής της η Ευλαμπία δεν ύψωσε ποτέ τον τόνο της φωνής της. Λες και το σκαλιστήρι οριοθέτησε όχι μόνο την ένταση της φωνής της αλλά μεγιστοποίησε και στο έπακρο τους φόβους της.
   Βρήκε το φάρμακο ο Αντώνης. Όταν ήταν μικρό παιδί σφύριζε δυνατά για να διώξει τους φόβους του, μέσα στα σκοτεινά σοκάκια της γειτονιάς του. Το σφύριγμα του ιπτάμενου σκαλιστηριού τον απάλλαξε οριστικά από το φόβο της συμβίας του. Μ’ ένα συριγμό απειλητικό ή εύθυμο της πιο πολλές φορές, έδωσε οντότητα στα εναπομείναντα χρόνια της ζωής του. Κάποιοι αλλαφροίσκιωτοι υποστηρίζουν ότι στις κρύες νύχτες του χειμώνα, δεν είναι ο αέρας που σφυρίζει στην εξώπορτα των χαλασμάτων του κήπου. Είναι η ίδια η φωνή του Αντώνη σ’ ένα επαναλαμβανόμενο συριγμό. Σσσσαγματοποιόςςςςςς Σσσσαγματοποιόςςςςςς Σσσσαγματοποιόςςςςςς!
   Ω! πανίσχυροι Θεοί του σκότους και του ερέβους, προστάτες των πολλαπλών σίγμα (Σαμαράδες, Στουρνάρες και λοιποί), αυτών που αγνόησαν την ταπεινότητα της προέλευσής των, αυτών που επένδυσαν στο φόβο, ήγγικεν η ώρα. Ένας συριγμός ζώντων τε και τεθνεόντων, όλων των ταπεινών Αντώνηδων αυτής της γης, θα σας πετάξει στους κάδους απόσυρσης για την  υγειονομική ταφή της τοξικής σας παρουσίας._

       ~Εκείνοι~

Οι σπηλιές τους μυρίζουν από μακριά
υγρασία, ακινησία και αρρωστημένη εγκαρτέρηση.
Παραφυλάνε
το Φως, τον Αέρα και τη Σκέψη μου.
Μιλούν με συριγμούς καυτού θροΐσματος ενός λίβα
που καίει τις τρυφερότητες
και λοιδορούν με χειρονομίες τη Ζωή μου.

Εξαρτημένοι
κι όμως θρασύτατοι.
Δεν υφίστανται,
αν δεν ασχοληθώ μαζί τους.
Δεν ακούγονται,
αν δεν τρομάξω.

Μακριά τους.
Περιφέρομαι ανέμελα
στον προαύλιο χώρο της Ζωής.
Θρέφομαι με ψίχα σαρκοφάγων στιγμών
πετώντας τον χαρταετό μου
πάνω από τις κορυφές της κάθε Άνοιξης
και πέρα από τα χιόνια του κάθε Χειμώνα.
Ανέμελα.

Τις νύχτες όμως
τα σύνορα σβήνουν.
Οι πατρίδες μας μπλέκονται.
Ο στρατός τους εισβάλλει στον ύπνο μου
και σημαδεύει στον κρόταφο
όλα τα παιδιά που χωρά το παραμύθι μου.
Αιχμαλωτίζει την μικρή μου Ελένη,
που κάθεται και κλαίει
που γελάει αμήχανα,
που τρέμει,
που ψιθυρίζει
"Θα ξυπνήσω... Ξύπνησέ με... Μη με ξεχάσεις..."

Τα όνειρα συνωμοτικά
φαντάζουν ατελείωτα
και ο χρόνος τούς θρέφει
και γιγαντώνουν τις σκιές τους
πάνω από το πέταγμα του χαρταετού
που τυλίγεται στην ουρά του,
μπλέκεται στο χθες και στο τίποτα,
σκοντάφτει στον λίβα
και στις προσταγές των συριγμών τους.

Είναι τόσο κοντά,
Εκείνοι,
που ακόμη και η Σκιά τους  απλώνει τα χέρια
και ηδονικά εκμαυλίζει την ασφάλεια της Ζωής μου.

Μυρίζω το ρούχο τους
υγρασία, ακινησία και αρρωστημένη εγκαρτέρηση.

Έρχονται στο λαιμό μου οι Φωνές τους
και γλείφουν με πεινασμένους φθόγγους
την κομμένη μου ανάσα.

"Θα ξυπνήσω... Ξύπνησέ με... Μη με ξεχάσεις..."

Όταν Εγώ με ξεχνώ
Εκείνοι θεριεύουν.
Εξαρτημένοι
κι όμως θρασύτατοι,
οι Φόβοι μου......................................................
                                                            Κάκια Παυλίδου
 *Κάκια σ' ευχαριστώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου