Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Ο ενδοτισμός μιας ελεύθερης επιλογής

Μα γιατί φεύγεις τόσο νωρίς; παραπονέθηκε ναζιάρικα.
Μια πρωϊνή καλοκαιριάτικη ηλιαχτίδα τρύπωσε μέσα απ’ τα κατεβασμένα ρολά και χάϊδεψε το ερεθισμένο στήθος της.
 Να σου φτιάξω ένα καφέ! επέμεινε καθώς οι κόκκινες ελλείψεις του παράνομα εισελθόντος φωτός εναλλάσσονταν με τα σεμνά σιέλ κυκλάκια του παρθενικά αθώου εσώρουχού της.
 Την κοίταξε σχεδόν εχθρικά καθώς με δυσκολία ισορροπούσε πάνω απ’ το παντελόνι του.
Ένοιωσε παγιδευμένος μέσα στις ίδιες του τις επιλογές. Εκείνο που το βράδυ του ήταν κολασμένα ποθητό, το πρωί του ήταν απύθμενα αποκρουστικό.
Η ανάσα της, το άρωμά της, η θέρμη του κορμιού της, αυτή καθ’ εαυτή η ανυστερόβουλη δοτικότητά της το πρωί αντιστρέφονταν σε σημείο που να μην μπορεί να αναπνεύσει τον αέρα της κάμαρής της.
  Μ’ ένα επιδέξιο φιλί ντρίπλα, στο αριστερό λακκάκι του μαγουλού της, απέδρασε απ’ το όρθιο σφιχταγγάλιασμά της.
Παρά λίγο να κατρακυλήσει στις σκάλες τρίτο προς δεύτερο όροφο, όταν διασταυρώθηκε με τον φωτισμό του ανελκυστήρα που είχε καλέσει, ενώ δεν ήταν σίγουρος στο τί απάντησε στην ερώτησή της: Πότε να σε περιμένω;
 Θα δούμε, ίσως ήταν η απάντησή του.
 Κατά μια άλλη εκδοχή, την άλλη τετραετία της απάντησε.
Ό,τι και να της απάντησε, σίγουρα ήταν δικός της. Μάλλον το ήξερε κι’ ο ίδιος.
Πέρασε βιαστικά και ριψοκίνδυνα στ’ απέναντι πεζοδρόμιο με το ενοχικό ερώτημα σχηματισμένο στον εγκέφαλό του.
Τί κάνω ο εγκληματίας; και το ισχυρότερο υπαρξιακό ερώτημα στο θυμικό του:
Τί ψηφίζω ο μαλάκας;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου