Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Κόκκινα όνειρα

Εγκατέλειψε όλα τα ευάερα και ευήλια τετραγωνικά του. Περιορίστηκε  σ’ ένα ημιυπόγειο χώρο, που πολεοδομικά καταργήθηκε από τότε που ο πολιτισμένος κόσμος, απέκτησε νερό και φως στα σπίτια. ΚΟΥΖΙΝΑΠΟΘΗΚΗ θα χαρακτήριζε κάποιος αιωνόβιος αρχιτέκτονας το χώρο.
Άρχοντας! θριαμβολόγησαν οι φίλοι του, που επιστρατεύτηκαν για να τον εμψυχώσουν. Με τη σομπίτσα σου, το ντιβανάκι σου, την ησυχία σου.
Ναι! την ησυχία του την είχε σε υπερθετικό βαθμό, σχεδόν απόλυτα.
Μέχρι που στο ξύλινο ταβάνι της κουζιναποθήκης, το γρήγορο ποδοβολητό ενός πόντικα, διέκοψε τον ήσυχο ύπνο του.
Δοκίμασε όλες τις μεθόδους μυοκτονίας που του πρότειναν αλλά αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές. Τώρα πια το βιολογικό του ρολόι ταυτίστηκε μ’ αυτό του ποντικού. Ανάμεσα 4.30 με 5.00 τα ξημερώματα ξυπνούσε και περίμενε την επέλαση του τρωκτικού. Μέχρι τις 7.00 που έφευγε για τη δουλειά, είχε το χρόνο να επιθεωρήσει όλες τις πιθανές τρύπες εισβολής, τις οποίες έσπευδε πάραυτα να κλείσει με αφρό διογκούμενης πολυουρεθάνης.
 Όταν πια η κουζιναποθήκη ήταν απόρθητη από κάθε μεγέθους τρωκτικό, συνειδητοποίησε ότι είχε καιρό ν’ ακούσει ποδοβολητά στο ταβάνι του.
Τώρα πια μέχρι τις 7.00 είχε χρόνο να αναλογισθεί την ανασφάλεια  της εργασίας του, να μιζερέψει με τα καυσόξυλα που όλο λιγοστεύουν, να φοβηθεί μήπως δεν εξασφαλίσει τη δόση των ευάερων και ευήλιων τετραγωνικών και πόσα άλλα.
Το χειρότερο όμως ήταν ότι κάθε ξημέρωμα βεβαίωνε τη ματαιότητα της καθημερινότητάς του. Και άντε έβγαλε κι’ αυτό το χειμώνα. Τον επόμενο; τον μεθεπόμενο; ως πότε; Κι’ όσο μεγάλωνε η απόγνωσή του, τόσο βάθαινε η μοναξιά του.
Όχι – όχι. Δεν υπάρχουν μόνο κόκκινα δάνεια. Υπάρχουν και κόκκινα όνειρα. Αυτά που βλέπει ξύπνιος και μετά τις 7.00. Αυτά που βλέπει τώρα, αφού σφράγισε ερμητικά τους φόβους του, αφού φωτίζονται με το κόκκινο της φωτιάς του έρωτά του.

Νικηφόρος Βρεττάκος
Ολονυκτία
Δεν με κατάλαβες όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω το παράθυρο
πάλευα - όλη τη νύχτα
Ο αέρας επέμενε...
Άπλωσα τότε τις παλάμες μου πάνω σου
σαν δυο φύλλα ουρανού και σε σκέπασα...
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου